Σοβαρά ερωτήματα για τον τρόπο με τον οποίο λειτούργησε το σύστημα προστασίας ανηλίκων προκαλούν όσα έρχονται στο φως γύρω από την υπόθεση της Κυψέλης. Καταγγελίες, παρεμβάσεις των Αρχών, μεταφορές παιδιών σε νοσοκομείο και ενημερώσεις αρμόδιων υπηρεσιών φαίνεται πως είχαν προηγηθεί σε διαφορετικές χρονικές περιόδους. Παρ’ όλα αυτά, τα ανήλικα φέρεται να επέστρεφαν στο ίδιο οικογενειακό περιβάλλον, ενώ η έρευνα για τον θάνατο ενός βρέφους αποκαλύπτει μια υπόθεση με ιδιαίτερα σκληρές πτυχές.
Από το 2020 οι πρώτες αναφορές
Η αφετηρία του χρονικού τοποθετείται στον Απρίλιο του 2020. Την περίοδο εκείνη ο 43χρονος, ο οποίος βρίσκεται σήμερα στο επίκεντρο των ερευνών, είχε οδηγηθεί στις φυλακές Κορυδαλλού για υπόθεση μαστροπείας. Την ίδια χρονιά είχε καταγραφεί αναφορά προς «Το Χαμόγελο του Παιδιού» σχετικά με τις συνθήκες στις οποίες ζούσαν τα παιδιά. Σύμφωνα με όσα έχουν γίνει γνωστά, στην αναφορά υπήρχαν καταγγελίες για παραμέληση, οικονομική εκμετάλλευση αλλά και χρήση ουσιών από τους γονείς. Η υπόθεση φέρεται να διαβιβάστηκε στην Εισαγγελία, χωρίς στη συνέχεια να υπάρχει ενημέρωση προς τον οργανισμό σχετικά με την εξέλιξη ή την κατάληξή της.
Τρία χρόνια αργότερα, το 2023, σημειώνεται ένα ακόμη περιστατικό. Αστυνομικοί βρίσκουν ανήλικα παιδιά της οικογένειας σε πάρκο και ενημερώνουν τις εισαγγελικές Αρχές. Ακολουθεί έλεγχος, ωστόσο, σύμφωνα με τις διαθέσιμες πληροφορίες, δεν διαπιστώνονται τότε στοιχεία που να δικαιολογούν την οριστική απομάκρυνσή τους από το οικογενειακό περιβάλλον. Έτσι, τα παιδιά επιστρέφουν στο σπίτι και στον πατέρα τους, ο οποίος είχε ήδη εκτίσει ποινή φυλάκισης για την προηγούμενη υπόθεση. Τον Δεκέμβριο του 2024 καταγράφεται νέα αναφορά προς «Το Χαμόγελο του Παιδιού». Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ωστόσο, φέρεται να μην υπήρχαν αρκετά στοιχεία ώστε να ταυτοποιηθούν με σαφήνεια τα πρόσωπα στα οποία αναφερόταν η καταγγελία. Για τον λόγο αυτό, σύμφωνα με όσα έχουν δημοσιοποιηθεί, η αναφορά δεν προωθήθηκε στην Εισαγγελία.
Η κατάσταση αποκτά νέα διάσταση τον Ιούνιο του 2025. Δύο από τα αγόρια εντοπίζονται από αστυνομικούς σε περιστατικό κλοπής και οδηγούνται στον Εισαγγελέα. Στη συνέχεια μεταφέρονται σε Νοσοκομείο Παίδων, όπου παραμένουν για περίπου ενάμιση μήνα. Κατά το διάστημα αυτό φέρεται να γίνονταν προσπάθειες προκειμένου να βρεθεί κατάλληλη δομή που θα μπορούσε να αναλάβει τη φιλοξενία τους. Ωστόσο, πριν ολοκληρωθεί η διαδικασία, ο 43χρονος φέρεται να πήρε τα παιδιά από το νοσοκομείο και να έφυγε μαζί τους.
Λίγες εβδομάδες αργότερα, τον Αύγουστο του 2025, τα δύο αγόρια εντοπίζονται και πάλι από αστυνομικούς. Για δεύτερη φορά μεταφέρονται στο Νοσοκομείο Παίδων. Η παραμονή τους εκεί, όμως, δεν οδηγεί σε μόνιμη απομάκρυνση από το οικογενειακό τους περιβάλλον. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που έχουν δει το φως της δημοσιότητας, ο πατέρας φέρεται να τα πήρε εκ νέου από το νοσοκομείο. Καθοριστικό ζήτημα φαίνεται πως ήταν η απουσία εισαγγελικής εντολής που θα επέτρεπε την αστυνομική φύλαξη των παιδιών. Το χρονικό συνεχίζεται τον Σεπτέμβριο του 2025, όταν η 15χρονη της οικογένειας εντοπίζεται να περιφέρεται χωρίς συνοδεία. Και εκείνη μεταφέρεται σε Νοσοκομείο Παίδων, ωστόσο τελικά επιστρέφει στον πατέρα της.
Οι εμπλεκόμενες υπηρεσίες φέρονται να υποστηρίζουν ότι σε κάθε στάδιο ακολούθησαν τις διαδικασίες που προβλέπονταν από τις αρμοδιότητές τους. Το τελικό αποτέλεσμα, ωστόσο, δημιουργεί αναπόφευκτα ερωτήματα για το κατά πόσο το υφιστάμενο πλαίσιο ήταν αρκετό ώστε να διασφαλιστεί στην πράξη η προστασία των ανηλίκων. Στο επίκεντρο βρίσκεται επίσης το ζήτημα της διαθεσιμότητας κατάλληλων δομών φιλοξενίας. Η αδυναμία άμεσης εξεύρεσης ασφαλούς χώρου για παιδιά που κρίνονται ότι χρειάζονται προστασία μπορεί να δημιουργήσει κρίσιμα κενά ανάμεσα στην παρέμβαση των Αρχών και την ουσιαστική απομάκρυνση ενός ανηλίκου από ένα δυνητικά επικίνδυνο περιβάλλον.
Ιδιαίτερα σοκαριστικές είναι παράλληλα οι πληροφορίες από την ιατροδικαστική διερεύνηση για το νεκρό βρέφος. Σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουν δημοσιοποιηθεί, στη σορό εντοπίστηκαν συνολικά 18 τραύματα από αιχμηρό αντικείμενο στην περιοχή της πλάτης. Από αυτά, τρία φέρεται να προκλήθηκαν πριν από τον θάνατο και τα υπόλοιπα μετά. Ο ακριβής χρόνος θανάτου δεν κατέστη δυνατό να προσδιοριστεί με ακρίβεια, καθώς η σορός φέρεται να είχε παραμείνει για μεγάλο χρονικό διάστημα υπό συνθήκες ψύξης.
Την ίδια στιγμή, οι Αρχές επιχειρούν να χαρτογραφήσουν το παρελθόν του 43χρονου και τις μετακινήσεις της οικογένειας. Ο άνδρας ήταν ήδη γνωστός στις διωκτικές Αρχές από το 2020, όταν είχε κατηγορηθεί για μαστροπεία σε βάρος Γερμανίδας στην περιοχή της Αχαρνών. Είχε φυλακιστεί και στη συνέχεια αποφυλακίστηκε τον Οκτώβριο του ίδιου έτους. Οι πληροφορίες αναφέρουν ακόμη ότι η οικογένεια άλλαζε συχνά κατοικία. Πριν εγκατασταθεί στο διαμέρισμα της Κυψέλης, φέρεται να έμενε σε ακίνητο στην οδό Φυλής, το οποίο είχε μισθωθεί μέσω εταιρείας βραχυχρόνιων μισθώσεων. Από εκεί φέρεται να αποχώρησε μετά την εκδήλωση πυρκαγιάς στο σπίτι. Η αστυνομική έρευνα βρίσκεται πλέον σε πλήρη εξέλιξη, με τις Αρχές να εξετάζουν τόσο το ιστορικό της οικογένειας όσο και ψηφιακά στοιχεία και αναρτήσεις στο διαδίκτυο. Ιδιαίτερη βαρύτητα αναμένεται να έχουν και τα αποτελέσματα των εξετάσεων DNA, καθώς μπορούν να δώσουν απαντήσεις σχετικά με τις βιολογικές και οικογενειακές σχέσεις μεταξύ των εμπλεκόμενων προσώπων.