Η υπόθεση της Ναντζίνγκ, γνωστή και ως η δολοφονία του Πανεπιστημίου της Ναντζίνγκ, αποτελεί αναμφίβολα μία από τις πιο ανατριχιαστικές και αινιγματικές σελίδες στην ιστορία του σύγχρονου εγκλήματος στην Κίνα. Το περιστατικό έλαβε χώρα τον Ιανουάριο του 1996 και μέχρι σήμερα παραμένει τραυματικό για τη συλλογική μνήμη της χώρας, όχι μόνο λόγω της αγριότητας της πράξης, αλλά και λόγω της ψυχρότητας με την οποία ο δράστης επέλεξε να διαχειριστεί τα τεκμήρια του αποτρόπαιου εγκλήματός του. Κεντρικό πρόσωπο σε αυτή την εφιαλτική ιστορία, άθελά της, βρέθηκε μια καθαρίστρια, η οποία ανακάλυψε κάτι που κανένας άνθρωπος δεν θα έπρεπε να αντικρίσει ποτέ.
Το θύμα, η Ντιαο Αϊτσίνγκ, ήταν μια πρωτοετής φοιτήτρια στο Πανεπιστήμιο της Ναντζίνγκ. Η νεαρή κοπέλα εξαφανίστηκε ξαφνικά, σκορπίζοντας τον πανικό και την αγωνία στους οικείους της. Η αναζήτησή της κατέληξε σε έναν εφιάλτη λίγες ημέρες αργότερα. Μια καθαρίστρια που εργαζόταν στην περιοχή, καθ’ οδόν για το σπίτι της, εντόπισε μια σακούλα που φαινόταν να περιέχει υπολείμματα κρέατος. Παρακινημένη από την περιέργεια ή την ανάγκη για προμήθειες, πήρε τη σακούλα στο σπίτι της. Όταν όμως άνοιξε το περιεχόμενο, ήρθε αντιμέτωπη με μια εικόνα που θα τη στοίχειωνε για την υπόλοιπη ζωή της. Δεν επρόκειτο για ζώο, αλλά για τεμαχισμένα ανθρώπινα μέλη, τα οποία είχαν υποστεί μια αποτρόπαια επεξεργασία, δείγμα απόλυτης απαξίωσης της ανθρώπινης ζωής.
Η αποκάλυψη ότι η Ντιαο Αϊτσίνγκ είχε τεμαχιστεί σε εκατοντάδες κομμάτια και είχε μαγειρευτεί, προκάλεσε σοκ σε εθνικό επίπεδο. Οι αστυνομικές αρχές της Ναντζίνγκ εξαπέλυσαν ένα τεράστιο ανθρωποκυνηγητό, εξετάζοντας χιλιάδες καταθέσεις και ανακρίνοντας κάθε πιθανό ύποπτο στην ευρύτερη περιοχή. Η ακρίβεια με την οποία ο δράστης είχε προχωρήσει στον τεμαχισμό έδειχνε έναν άνθρωπο με ανατομικές γνώσεις ή μεγάλη εξοικείωση με τη χρήση εργαλείων, γεγονός που οδήγησε την αστυνομία να εστιάσει σε ιατρούς, κρεοπώλες ή άτομα του πανεπιστημιακού χώρου. Παρά τις τεράστιες προσπάθειες και την κινητοποίηση εκατοντάδων αστυνομικών, το έγκλημα παρέμεινε ανεξιχνίαστο για δεκαετίες.
Η υπόθεση αυτή έγινε σύμβολο μιας περιόδου όπου η Κίνα βρισκόταν σε μια φάση ταχείας κοινωνικής αλλαγής, με το έγκλημα να αποκτά νέες, πιο σκοτεινές διαστάσεις. Το γεγονός ότι ο δράστης δεν εντοπίστηκε ποτέ, δημιούργησε ένα πέπλο μυστηρίου που τροφοδοτήθηκε από το διαδίκτυο, με εκατομμύρια χρήστες να προσπαθούν να λύσουν το παζλ μέσα από εικασίες και αναλύσεις. Η καθαρίστρια, που ακούσια έγινε μέρος αυτής της τραγωδίας, υπέστη βαρύ ψυχολογικό σοκ, καθώς η σκηνή που αντίκρισε μέσα στην οικεία της έγινε το σημείο αναφοράς για μια υπόθεση που άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο το κοινό αντιλαμβάνεται την ασφάλεια στα πανεπιστημιακά ιδρύματα.
Για την οικογένεια της Αϊτσίνγκ, η απουσία λύσης αποτελεί μια ανοιχτή πληγή που δεν κλείνει. Το στυγερό έγκλημα της Ναντζίνγκ υπενθυμίζει την αναγκαιότητα για δικαιοσύνη και την ικανότητα του κακού να μεταμφιέζεται μέσα στην καθημερινότητα. Παρά τις προσπάθειες της αστυνομίας να χρησιμοποιήσει σύγχρονες μεθόδους DNA σε παλαιότερα τεκμήρια, ο «κρεοπώλης» της Ναντζίνγκ εξακολουθεί να διαφεύγει, αφήνοντας πίσω του μια ιστορία τρόμου που, όσα χρόνια κι αν περάσουν, θα συνεχίζει να προκαλεί αποτροπιασμό και να υπενθυμίζει τα σκοτεινά μονοπάτια στα οποία μπορεί να οδηγήσει η ανθρώπινη διαστροφή.