«Βατερλώ» για τις θερινές εκπτώσεις: Το 71,3% των επιχειρήσεων κάτω από πέρυσι – Σε απόγνωση οι έμποροι

Οι μεγάλες εκπτώσεις στις βιτρίνες δεν ήτα...

«Βατερλώ» για τις θερινές εκπτώσεις: Το 71,3% των επιχειρήσεων κάτω από πέρυσι – Σε απόγνωση οι έμποροι

Οι μεγάλες εκπτώσεις στις βιτρίνες δεν ήταν αρκετές για να οδηγήσουν περισσότερους καταναλωτές στα ταμεία των καταστημάτων. Η εικόνα που μεταφέρουν οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις για τη φετινή θερινή εκπτωτική περίοδο είναι ιδιαίτερα αρνητική, με την πλειονότητα να καταγράφει χαμηλότερες πωλήσεις σε σύγκριση με πέρυσι. Η ακρίβεια, το αυξημένο κόστος στέγασης και η αλλαγή των καταναλωτικών προτεραιοτήτων περιορίζουν τις αγορές, την ώρα που οι έμποροι ζητούν αλλαγές στο πλαίσιο των προσφορών, υποστηρίζοντας ότι οι συνεχείς προωθητικές ενέργειες έχουν αποδυναμώσει τον παραδοσιακό θεσμό των εκπτώσεων.

Συναγερμός στο λιανεμπόριο: Το 71,3% δηλώνει πτώση του τζίρου

Τα αποτελέσματα έρευνας του Εμπορικού Συλλόγου Αθηνών σε 409 μικρομεσαίες επιχειρήσεις του λιανικού εμπορίου αποτυπώνουν το δύσκολο περιβάλλον μέσα στο οποίο κινήθηκε η αγορά το φετινό καλοκαίρι. Σύμφωνα με τα στοιχεία, το 71,3% των επιχειρήσεων που συμμετείχαν στην έρευνα δηλώνει ότι ο τζίρος του κατά τη φετινή περίοδο κινήθηκε σε χειρότερα επίπεδα από την αντίστοιχη περυσινή. Το εύρημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία εάν ληφθεί υπόψη ότι οι εκπτώσεις σε αρκετές περιπτώσεις ήταν υψηλές. Παρά τις μειωμένες τιμές, η καταναλωτική κίνηση δεν κατάφερε να δώσει την ώθηση που περίμεναν οι έμποροι.

Για πολλές μικρομεσαίες επιχειρήσεις, άλλωστε, οι θερινές εκπτώσεις αποτελούν παραδοσιακά μια κρίσιμη περίοδο. Τα καταστήματα επιχειρούν να διαθέσουν το εμπόρευμα της σεζόν, να περιορίσουν τα αποθέματά τους και να εξασφαλίσουν την απαραίτητη ρευστότητα πριν από την έναρξη της επόμενης εμπορικής περιόδου. Φέτος, όμως, αυτός ο μηχανισμός φαίνεται ότι δεν λειτούργησε στον βαθμό που ανέμενε η αγορά. Ένας από τους βασικούς παράγοντες που συνδέονται με τη μειωμένη κατανάλωση είναι η πίεση που εξακολουθεί να δέχεται ο οικογενειακός προϋπολογισμός. Οι καθημερινές ανάγκες απορροφούν σημαντικό μέρος του διαθέσιμου εισοδήματος, με αποτέλεσμα οι καταναλωτές να γίνονται περισσότερο επιλεκτικοί στις αγορές τους.

Το κόστος στέγασης αποτελεί επίσης σημαντικό μέρος της εξίσωσης. Ενοίκια και άλλες πάγιες υποχρεώσεις περιορίζουν τα χρήματα που περισσεύουν για ένδυση, υπόδηση και άλλες αγορές οι οποίες μπορούν να αναβληθούν. Έτσι, ακόμη και όταν οι βιτρίνες εμφανίζουν μεγάλα ποσοστά έκπτωσης, ο καταναλωτής δεν είναι δεδομένο ότι θα προχωρήσει σε αγορά. Η ανάγκη για μεγαλύτερη οικονομία έχει αλλάξει σε σημαντικό βαθμό τις προτεραιότητες των νοικοκυριών.

Την ίδια στιγμή, οι εκπρόσωποι του εμπορικού κόσμου εντοπίζουν ένα δεύτερο μεγάλο πρόβλημα: τις προσφορές που πραγματοποιούνται καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους. Στην έρευνα του Εμπορικού Συλλόγου Αθηνών, το 98% των ερωτηθέντων τάσσεται υπέρ της αλλαγής του θεσμικού πλαισίου που αφορά τις εκπτώσεις και τις προσφορές. Ακόμη πιο χαρακτηριστικό είναι ότι το 93,4% εκτιμά πως το σημερινό καθεστώς των διαρκών προσφορών λειτουργεί περισσότερο προς όφελος των μεγάλων επιχειρήσεων, των πολυεθνικών και των ηλεκτρονικών πλατφορμών, δημιουργώντας δυσμενέστερες συνθήκες για τους μικρότερους παίκτες της αγοράς.

Η βασική ένσταση των εμπόρων είναι ότι όταν ο καταναλωτής συναντά προσφορές σχεδόν όλο τον χρόνο, οι επίσημες εκπτωτικές περίοδοι χάνουν την ιδιαίτερη σημασία τους. Στο παρελθόν, η έναρξη των θερινών ή χειμερινών εκπτώσεων λειτουργούσε ως σαφές εμπορικό γεγονός. Πολλοί καταναλωτές περίμεναν αυτές τις περιόδους για να πραγματοποιήσουν αγορές σε χαμηλότερες τιμές. Με τις προσφορές να είναι πλέον συχνότερες, αυτή η προσδοκία έχει σε μεγάλο βαθμό περιοριστεί. Γι’ αυτό και το 98% των επιχειρήσεων που συμμετείχαν στην έρευνα θεωρεί ότι αυστηρότεροι κανόνες στις προσφορές, μέσω αλλαγών στο υφιστάμενο νομοθετικό πλαίσιο, θα μπορούσαν να επαναφέρουν μέρος της εμπορικής δυναμικής των θεσμοθετημένων εκπτώσεων.

Το ζήτημα δεν περιορίζεται, πάντως, στη συμπεριφορά των καταναλωτών. Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις βρίσκονται ταυτόχρονα αντιμέτωπες με αυξημένες λειτουργικές δαπάνες. Ενέργεια, επαγγελματική στέγη, μισθολογικό κόστος και άλλες υποχρεώσεις δημιουργούν ένα περιβάλλον στο οποίο η πτώση του τζίρου γίνεται ακόμη πιο δύσκολα διαχειρίσιμη. Η μεγάλη έκπτωση, άλλωστε, μειώνει και το περιθώριο κέρδους, γεγονός που σημαίνει ότι χρειάζεται σημαντικός όγκος πωλήσεων για να λειτουργήσει πραγματικά ως εργαλείο ρευστότητας.

Ο πρόεδρος του Εμπορικού Συλλόγου Αθηνών, Θάνος Τσαγγάρης, επισημαίνει ότι οι εκπτώσεις θα πρέπει να λειτουργούν ως το τελικό μέσο για τη διάθεση των αποθεμάτων κάθε σεζόν. Κατά την άποψή του, η δυνατότητα συνεχών προσφορών έχει περιορίσει αυτή τη λειτουργία και έχει αλλοιώσει τη σημασία των επίσημων εκπτωτικών περιόδων. Ο ίδιος συνδέει την κατάσταση με τη γενικότερη οικονομική πίεση που αντιμετωπίζουν οι καταναλωτές, αλλά και με τον ανταγωνισμό που δέχονται τα μικρά και μεσαία καταστήματα από μεγάλες αλυσίδες και ηλεκτρονικές πλατφόρμες.

Οι εκπρόσωποι της αγοράς ζητούν πλέον διάλογο με την Πολιτεία και ένα σταθερότερο πλαίσιο λειτουργίας. Όπως υποστηρίζουν, υπάρχουν παρεμβάσεις χωρίς σημαντική δημοσιονομική επιβάρυνση που θα μπορούσαν να βοηθήσουν τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και να επαναφέρουν σαφέστερους κανόνες στην αγορά. Τα στοιχεία της φετινής περιόδου, πάντως, στέλνουν σαφές προειδοποιητικό μήνυμα. Όταν περισσότεροι από επτά στους δέκα εμπόρους αναφέρουν χειρότερες επιδόσεις από την προηγούμενη χρονιά, το πρόβλημα ξεπερνά την επιτυχία ή την αποτυχία μιας εκπτωτικής περιόδου.