Μια ανείπωτη τραγωδία εκτυλίχθηκε στον εναέριο χώρο της Ψάθας Αττικής, επισκιάζοντας τις τιτάνιες προσπάθειες που καταβάλλονται για την κατάσβεση των πυρκαγιών. Ο εκπρόσωπος Τύπου του Πυροσβεστικού Σώματος, αρχιπύραρχος Βασίλειος Βαθρακογιάννης, μετέφερε το κλίμα βαθιάς οδύνης που επικρατεί στη φυσική και πολιτική ηγεσία του Σώματος, ανακοινώνοντας το δυστύχημα που προέκυψε από τη σύγκρουση δύο μισθωμένων ελικοπτέρων τύπου BELL. Τα συγκεκριμένα πτητικά μέσα συμμετείχαν από τις πρωινές ώρες στις κρίσιμες επιχειρήσεις κατάσβεσης των πύρινων μετώπων που μαίνονται στην ευρύτερη περιοχή της Αττικοβοιωτίας.
Το χρονικό της τραγωδίας στην Ψάθα
Στα δύο ελικόπτερα που συγκρούστηκαν κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων στην Ψάθα επέβαιναν συνολικά τέσσερα άτομα, αποτελούμενα από δύο ημεδαπούς και δύο αλλοδαπούς, εκ των οποίων ο ένας ήταν Βρετανός και ο άλλος Δανός. Η ανταπόκριση των αρχών ήταν άμεση, με τον Αρχηγό του Πυροσβεστικού Σώματος, Αντιστράτηγο Θεόδωρο Βάγια, να συντονίζει την επιχείρηση έρευνας και διάσωσης απευθείας από το πεδίο των γεγονότων.
Τα αποτελέσματα της επιχείρησης διάσωσης ήταν τραγικά. Οι δύο επιβαίνοντες του πρώτου ελικοπτέρου εντοπίστηκαν από τις ομάδες έρευνας και διασώθηκαν σώοι, λαμβάνοντας την απαραίτητη βοήθεια. Δυστυχώς, για τους δύο επιβαίνοντες του δεύτερου ελικοπτέρου η κατάληξη ήταν θανατηφόρα, καθώς ανασύρθηκαν χωρίς τις αισθήσεις τους. Παρά την άμεση διακομιδή τους με ασθενοφόρα του ΕΚΑΒ σε νοσοκομείο, οι προσπάθειες των γιατρών δεν στάθηκαν ικανές να τους επαναφέρουν στη ζωή, με τους αρμόδιους να διαπιστώνουν τον θάνατό τους.
Το χρονικό της μάχης με τις φλόγες στην Αττικοβοιωτία
Το περιστατικό αυτό έλαβε χώρα ενώ η ευρύτερη περιοχή της Αττικοβοιωτίας βρίσκεται αντιμέτωπη με μια τεράστια πυρκαγιά, με τις πυροσβεστικές δυνάμεις να δίνουν μάχη για τρίτο συνεχόμενο 24ωρο. Στο πεδίο επιχειρούν αδιάκοπα επίγειες δυνάμεις, εθελοντικές ομάδες, καθώς και η ειδική ομάδα «ΔΕΥΚΑΛΙΩΝ» του ΓΕΕΘΑ, καταβάλλοντας κάθε δυνατή προσπάθεια για να τεθούν υπό έλεγχο τα ενεργά πύρινα μέτωπα.
Η κατάσταση στο πεδίο της πυρκαγιάς ήταν εξαιρετικά δύσκολη από την αρχή, κυρίως λόγω των δυσμενών καιρικών συνθηκών. Οι ισχυροί άνεμοι που έπνεαν στην περιοχή δυσκόλεψαν σημαντικά και συχνά απέτρεψαν τις πτήσεις των αεροσκαφών, γεγονός που ανάγκασε το κέντρο επιχειρήσεων να ρίξει το βάρος της αεροπυρόσβεσης στα ελικόπτερα. Η ένταση της προσπάθειας ήταν τέτοια, ώστε έως και 20 ελικόπτερα επιχειρούσαν περιοδικά πάνω από τις εστίες της φωτιάς, προσπαθώντας να περιορίσουν το καταστροφικό έργο της πυρκαγιάς.
Τα μέτρα ασφαλείας μετά το δυστύχημα
Αμέσως μετά την τραγική σύγκρουση, τέθηκαν σε εφαρμογή τα απαραίτητα πρωτόκολλα ασφαλείας που διέπουν τις εναέριες επιχειρήσεις σε συνθήκες κρίσης. Προκειμένου να διασφαλιστεί η ασφάλεια των υπολοίπων πληρωμάτων και να ξεκινήσει η διερεύνηση των συνθηκών κάτω από τις οποίες συνέβη η σύγκρουση, ελήφθη η απόφαση για την άμεση καθήλωση όλων των ελικοπτέρων τύπου Bell που επιχειρούσαν στο συγκεκριμένο πύρινο μέτωπο. Τα πτητικά αυτά μέσα θα παραμείνουν εκτός επιχειρησιακής δράσης μέχρι νεοτέρας, καθώς οι αρμόδιες αρχές αξιολογούν τα δεδομένα και τις συνθήκες ασφαλείας.