Υπάρχουν ιστορίες που, όσα χρόνια κι αν περάσουν, παραμένουν χαραγμένες στη συλλογική μνήμη ως ο ορισμός του αδιανόητου. Η υπόθεση της Ανδρομάχης στην Καβάλα το 1989 δεν ήταν απλώς ένα έγκλημα· ήταν η κατάληξη μιας νοσηρής εμμονής που ξεκίνησε από μια «απλή» απόρριψη και κατέληξε σε μια τραγωδία που ακόμα και σήμερα προκαλεί ρίγος. Όταν ένας πατέρας αποφασίζει να βάλει τέλος σε μια παράνομη σχέση, δεν φαντάζεται ποτέ ότι το τίμημα θα είναι η ίδια η ζωή του παιδιού του.
Στα τέλη της δεκαετίας του ’80, ένας άντρας στην Καβάλα, εργολάβος οικοδομών και παλαίμαχος ποδοσφαιριστής, προσπαθούσε να ανασυγκροτήσει τη ζωή του μετά τον χαμό της συζύγου του σε τροχαίο, μεγαλώνοντας μόνος τα τέσσερα παιδιά του. Η μοίρα του έφερε στον δρόμο του μια 20χρονη φοιτήτρια, την Ανδρομάχη. Η γνωριμία τους, που ξεκίνησε σχεδόν τυχαία λόγω της γειτνίασης των σπιτιών τους, μετατράπηκε γρήγορα σε έναν εφιάλτη.
Τα σημάδια που κανείς δεν «διάβασε»
Η Ανδρομάχη, έντονη και παρορμητική, δεν αποδέχτηκε ποτέ την αδιαφορία του άνδρα. Όταν εκείνος, επικαλούμενος τις οικογενειακές του υποχρεώσεις, της ζήτησε να απομακρυνθεί, η συμπεριφορά της μεταλλάχθηκε. Από την επιμονή πέρασε στις απειλές. Σύμφωνα με μαρτυρίες, η 20χρονη είχε ήδη προειδοποιήσει: «Θα σε χτυπήσω εκεί που πονάς».
Για δέκα ολόκληρα βράδια, η Ανδρομάχη στήθηκε έξω από το σχολείο του μικρού Νικόλα, του 7χρονου γιου του άνδρα, «μελετώντας» τον στόχο της. Παρά τις προειδοποιήσεις από τις αρχές, μετά από καταγγελία μιας φίλης της στην οποία είχε αποκαλύψει το σχέδιο εκδίκησής της, η ίδια δεν σταμάτησε. Η αστυνομία είχε καλέσει την κοπέλα και της είχε κάνει αυστηρές συστάσεις, αλλά η εμμονή της ήταν πιο ισχυρή από κάθε λογική.
Το μοιραίο απόγευμα του Οκτωβρίου
Στις αρχές Οκτωβρίου του 1989, η απειλή έγινε πράξη. Η Ανδρομάχη, έχοντας αγοράσει έναν σουγιά, περίμενε κρυμμένη ανάμεσα στα αυτοκίνητα έξω από το δημοτικό σχολείο. Λίγο πριν τις 7 το απόγευμα, ο μικρός Νικόλας βγήκε από το κτίριο μαζί με έναν συμμαθητή του. Σε μια στιγμή που «πάγωσε» τον χρόνο, η νεαρή φοιτήτρια επιτέθηκε στο παιδί.
Ο Νικόλας έπεσε αιμόφυρτος, ενώ εκείνη απομακρύνθηκε πεζή. Με απόλυτη ψυχρότητα, περπάτησε δύο χιλιόμετρα μέχρι ένα κατάστημα, όπου πλύθηκε, πέταξε τον ματωμένο σουγιά στον υπόνομο και δήλωσε αδιάφορα ότι «τσακώθηκε με έναν νεαρό». Όταν την επόμενη μέρα τα γεγονότα έγιναν γνωστά, ο ιδιοκτήτης του καταστήματος συνειδητοποίησε με τρόμο ότι είχε βοηθήσει άθελά του τη δράστιδα.
Η «ψυχρή» απολογία και η ψυχιατρική διάγνωση
Η στάση της Ανδρομάχης κατά την ανάκριση άφησε άφωνους τους αστυνομικούς. Παρέμενε ψύχραιμη, αρνούμενη κάθε εμπλοκή, ακόμα και όταν τα στοιχεία ήταν καταλυτικά. Στο δικαστήριο, η εικόνα της ήταν ακόμη πιο αινιγματική. Οι απαντήσεις της ήταν ακατάληπτες: «Λυπάμαι γιατί έχασα τον φίλο μου το φίδι… Με έφεραν εδώ από το μοναστήρι».
Ο πατέρας της, στην κατάθεσή του, αποκάλυψε ότι η κοπέλα ήταν υιοθετημένη και ότι από τη στιγμή που το έμαθε στα 17 της, η προσωπικότητά της κατέρρευσε. Μιλούσε για παραισθήσεις, για φίδια στο κρεβάτι της και για μια βαθιά απομόνωση που κανείς —ούτε οι γιατροί ούτε η οικογένειά της— δεν μπόρεσε να διαχειριστεί.
Η ετυμηγορία: Ένα τέλος χωρίς λύτρωση
Το δικαστήριο τον Μάρτιο του 1991, στην Κομοτηνή, έκρινε την Ανδρομάχη ένοχη για τον φόνο του μικρού παιδιού. Ωστόσο, αναγνωρίζοντας ότι δεν είχε τον πλήρη έλεγχο των πράξεών της λόγω της ψυχιατρικής της κατάστασης, της επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης και ο εγκλεισμός της σε ψυχιατρικό ίδρυμα. Η αντίδρασή της στο άκουσμα της απόφασης —ένα χαμόγελο ικανοποίησης και η φράση «επιτέλους θα ηρεμήσω»— παραμένει η πιο ανατριχιαστική στιγμή της δίκης.
Η υπόθεση της Καβάλας δεν ήταν μόνο μια τραγωδία για την οικογένεια του Νικόλα. Ήταν μια υπόμνηση για το πόσο κοντά μας μπορεί να βρίσκεται το κακό, κρυμμένο πίσω από μια απλή απόρριψη ή μια αθέατη ψυχική ασθένεια. Η Ανδρομάχη μπορεί να «ηρέμησε» πίσω από τα κάγκελα, αλλά η μνήμη ενός παιδιού που δεν πρόλαβε να μεγαλώσει, στοιχειώνει ακόμα και σήμερα την τοπική κοινωνία της Καβάλας.