Στο εν λόγω βίντεο απεικονίζεται ένα από τα ηγετικά στελέχη της φερόμενης ως «μαφίας στα Χανιά» να επιτίθεται βάναυσα σε έναν άνδρα. Το περιστατικό έλαβε χώρα μέσα σε κατάστημα εστίασης στην ευρύτερη περιοχή του Ακρωτηρίου. Αυτό που προκαλεί ιδιαίτερη εντύπωση, πέρα από την αγριότητα της επίθεσης, είναι η πλήρης αδιαφορία που επέδειξε ο δράστης για την παρουσία των ανυποψίαστων πελατών αλλά και των υπόλοιπων ανθρώπων που βρίσκονταν στο σημείο, οι οποίοι παρακολουθούσαν το περιστατικό έντρομοι και ανήμποροι να παρέμβουν.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουν συμπεριληφθεί στη δικογραφία που σχηματίστηκε από την Υποδιεύθυνση Δίωξης και Εξιχνίασης Εγκλημάτων Χανίων, ο επιτιθέμενος ήταν το πρόσωπο εκείνο που είχε διασυνδέσεις με αξιωματικούς της τοπικής αστυνομίας, γεγονός που αναδεικνύει τις σκοτεινές διαστάσεις της υπόθεσης. Στο βίντεο, το στέλεχος της οργάνωσης εμφανίζεται να ξυλοκοπεί τον άτυχο άνδρα με πρωτοφανή μανία.
Το θύμα, σε κατάσταση σοκ και αδυνατώντας να προβάλει οποιαδήποτε μορφή αντίστασης, βρέθηκε απροστάτευτο μπροστά στον δράστη, ο οποίος δεν ενεργούσε μόνος του. Τον πλαισίωναν μέλη της ομάδας του, τραμπούκοι, οι οποίοι εξασφάλιζαν ότι κανένας παρευρισκόμενος δεν θα τολμούσε να αντιδράσει ή να προσφέρει βοήθεια.
Κύκλωμα εκβιαστών στην Κρήτη: Τραμπούκιζαν ενώ ισχυριζόντουσαν πως έχουν την αστυνομία με το μέρος τους
Ένα από τα πιο ανησυχητικά συμπεράσματα που προκύπτουν από την ανάλυση αυτού του συμβάντος είναι η απουσία οποιασδήποτε επίσημης καταγγελίας από την πλευρά του θύματος. Το γεγονός ότι το θύμα επέλεξε να μη μιλήσει για τον ξυλοδαρμό του υπογραμμίζει το κλίμα τρόμου και απόλυτης κυριαρχίας που είχε επιβάλει η συγκεκριμένη ομάδα στην τοπική κοινωνία καθώς και η έλειψε εμπιστοσύνης προς το αρμόδιο αστυνομικό τμήμα.
Η στάση αυτή του θύματος αποτελεί μια έμπρακτη απόδειξη πως ο φόβος λειτουργούσε ως ανασταλτικός παράγοντας για την προσφυγή στις αρμόδιες υπηρεσίες. Ωστόσο, υπάρχει και μια ακόμη πιο δυσοίωνη διάσταση στο ζήτημα: η πιθανότητα το θύμα να θεωρούσε μάταιο να αναζητήσει το δίκιο του, λόγω της πεποίθησης ότι οι φορείς επιβολής του νόμου ήταν διαβρωμένοι.
Οι εγκληματίες νταήδες μέλη της οργάνωσης, τα οποία σήμερα βρίσκονται προφυλακισμένα, κυκλοφορούσαν δηλώνοντας ανοιχτά ότι η Αστυνομική Διεύθυνση της περιοχής βρισκόταν υπό τον έλεγχό τους. Αυτή η αίσθηση του «ακαταδίωκτου» και η φερόμενη διασύνδεσή τους με στελέχη της τοπικής αστυνομίας καλλιεργούσαν ένα περιβάλλον εκφοβισμού.