Σχεδόν δύο εβδομάδες μετά το σοκαριστικό περιστατικό που σημειώθηκε σε πτήση της Ryanair από τη Θεσσαλονίκη προς το Μέμινγκεν της Γερμανίας, ο 61χρονος Σέρβος Λιούμπισα Κάροβιτς σπάει τη σιωπή του και περιγράφει τις εφιαλτικές στιγμές που βίωσε, αλλά και τη δύσκολη καθημερινότητα που αντιμετωπίζει από τότε. Το περιστατικό συνέβη το πρωί της 10ης Ιουλίου, λίγα μόλις λεπτά μετά την απογείωση της πτήσης FR1879. Σύμφωνα με τις μέχρι στιγμής πληροφορίες, τμήμα του κινητήρα αποκολλήθηκε και προσέκρουσε στο παράθυρο δίπλα στο οποίο καθόταν ο 61χρονος, με αποτέλεσμα να σπάσει το τζάμι και να προκληθεί απότομη αποσυμπίεση της καμπίνας.
Η ισχυρή πίεση παρέσυρε τον επιβάτη προς το άνοιγμα, με το κεφάλι και τους ώμους του να βρεθούν εκτός του αεροσκάφους σε ύψος περίπου 20.000 ποδιών. Η σύζυγός του, μαζί με άλλους επιβάτες, κατάφερε να τον συγκρατήσει μέχρι να τον τραβήξουν ξανά στο εσωτερικό της καμπίνας. Μιλώντας στη γερμανική Bild, ο Λιούμπισα Κάροβιτς περιέγραψε τις δραματικές στιγμές που έζησε. «Κοιμήθηκα. Μετά από λίγο με ξύπνησε ένας πολύ δυνατός θόρυβος που έμοιαζε με έκρηξη βόμβας. Μόνο για μια στιγμή είχα τις αισθήσεις μου και δεν μπορώ να θυμηθώ τα υπόλοιπα. Όταν ανέκτησα τις αισθήσεις μου, είχα αίματα παντού, έσταζε αίμα από το πρόσωπο και τα χέρια μου. Μόλις κλείνω τα μάτια μου, μου έρχονται εικόνες από όσα έζησα εκείνα τα λεπτά. Είναι ένας εφιάλτης, τον οποίο δεν μπορώ να εξηγήσω με λέξεις», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Τα σοβαρά τραύματα και οι μόνιμες συνέπειες
Ο 61χρονος υπέστη εγκαύματα στο δεξί του χέρι και στην πλάτη, ενώ η δεξιά πλευρά του σώματός του παρουσίασε προσωρινή παράλυση. Παράλληλα, έχει υποστεί μερική απώλεια ακοής και όρασης από τη δεξιά πλευρά, ενώ εξακολουθεί να βρίσκεται υπό ιατρική παρακολούθηση. Οι γιατροί δεν έχουν ακόμη αποφανθεί αν θα χρειαστεί νέα χειρουργική επέμβαση ή αν θα συνεχίσει να φορά για μεγαλύτερο διάστημα τον αυχενικό νάρθηκα, καθώς η κατάσταση της υγείας του εξακολουθεί να αξιολογείται. Πέρα όμως από τα σωματικά τραύματα, ο ίδιος περιγράφει ότι οι ψυχολογικές συνέπειες είναι ακόμη πιο δύσκολες.
Ο Λιούμπισα Κάροβιτς εξηγεί πως πριν από το ατύχημα ήταν ένας ιδιαίτερα δραστήριος άνθρωπος, αγαπούσε τα ταξίδια και εργαζόταν κανονικά. Πλέον, όπως λέει, τίποτα δεν είναι ίδιο. «Τώρα όλα με ενοχλούν. Η φασαρία και ο θόρυβος με ενοχλούν, δεν μπορώ να περπατήσω στον δρόμο, όλα με ενοχλούν. Ψυχολογικά έχω φτάσει στον πάτο. Αυτό έχει αντίκτυπο τόσο στη δουλειά μου όσο και στην οικογένειά μου. Τι θα γίνει τώρα, όλα εξαρτώνται από έμενα, ήμουν ο “κινητήρας” των πάντων στην οικογένεια. Είναι μια ολοκληρωτική αναστάτωση στη ζωή μου. Δεν έχω καθόλου συγκέντρωση. Η προσοχή μου δεν μπορεί να επικεντρωθεί πουθενά. Αυτό σημαίνει ότι απλώς δεν λειτουργώ σωστά», δήλωσε. Όπως παραδέχεται, το σοκ που υπέστη έχει αφήσει βαθιά ψυχικά τραύματα, τα οποία επηρεάζουν κάθε πτυχή της καθημερινότητάς του.
«Δεν σκέφτομαι καν να ξαναμπώ σε αεροπλάνο»
Η εμπειρία αυτή έχει αλλάξει ριζικά και τη σχέση του με τα αεροπορικά ταξίδια. «Δεν σκέφτομαι καν να μπω σε άλλη πτήση. Κάθε φορά που ακούω αεροπλάνο, αγχώνομαι και ανεβάζω πυρετό. Δεν είμαι καθόλου καλά», ανέφερε, περιγράφοντας τα συμπτώματα μετατραυματικού στρες που αντιμετωπίζει.
Η αποκατάστασή του παραμένει αβέβαιη, ενώ οι γιατροί συνεχίζουν να παρακολουθούν την πορεία της υγείας του τόσο σε σωματικό όσο και σε ψυχολογικό επίπεδο. Λίγες ημέρες νωρίτερα, για τις δραματικές στιγμές μέσα στο αεροσκάφος είχε μιλήσει και η σύζυγός του, Σβετλάνα Γκρκόβιτς, η οποία έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη διάσωσή του. «Ήταν σαν να αποκολλήθηκε ένα κομμάτι του κινητήρα και να χτύπησε το παράθυρο δίπλα στο οποίο καθόταν ο Λιούμπισα. Αντέδρασα αμέσως και τον άρπαξα από τα πόδια. Σκέφτηκα: “Αν είναι να πεθάνουμε, θα πεθάνουμε μαζί”. Ήταν φρικτό», είχε δηλώσει.
Η ίδια αποκάλυψε ότι επί περίπου πέντε λεπτά κρατούσε τον σύζυγό της με όλη της τη δύναμη, μέχρι που έσπευσαν να βοηθήσουν ακόμη δύο επιβάτες, οι οποίοι κατάφεραν να τον τραβήξουν ξανά μέσα στην καμπίνα, ενώ είχαν ήδη πέσει οι μάσκες οξυγόνου. «Ήρθαν να με βοηθήσουν. Θυμάμαι έναν άνδρα και μία γυναίκα. Εκείνος μας βοήθησε πάρα πολύ, τόσο εμένα όσο και τον Λιούμπισα», είπε, εκφράζοντας την επιθυμία να συναντήσει ξανά τον άνθρωπο που συνέβαλε καθοριστικά στη διάσωση του συζύγου της, ώστε να τον ευχαριστήσει προσωπικά.