Συγκλονίζει η μαρτυρία γυναίκας που κατήγγειλε τον συνιδρυτή της Superdry για βιασμό: «Έπρεπε να επιστρέψω στη δουλειά και…»

Σοκ προκαλεί η προσωπική μαρτυρία της γυνα...

Συγκλονίζει η μαρτυρία γυναίκας που κατήγγειλε τον συνιδρυτή της Superdry για βιασμό: «Έπρεπε να επιστρέψω στη δουλειά και…»

Σοκ προκαλεί η προσωπική μαρτυρία της γυναίκας που κατήγγειλε τον συνιδρυτή της γνωστής εταιρείας ένδυσης Superdry, Τζέιμς Χόλντερ, για βιασμό, περιγράφοντας τις δραματικές στιγμές που ακολούθησαν μετά την επίθεση αλλά και τη δύσκολη καθημερινότητα που βίωσε καθώς συνέχιζε να εργάζεται υπό τις οδηγίες του. Η γυναίκα, η οποία αναφέρεται με το ψευδώνυμο «Τζέμα» προκειμένου να προστατευθεί η ταυτότητά της, μίλησε δημόσια μετά την καταδίκη του 54χρονου επιχειρηματία σε οκτώ χρόνια κάθειρξης, αποκαλύπτοντας για πρώτη φορά ότι την περίοδο της επίθεσης ήταν υπάλληλός του. Η υπόθεση έχει προκαλέσει έντονο ενδιαφέρον στη Βρετανία, καθώς συνδυάζει μία σοβαρή ποινική καταδίκη με ζητήματα κατάχρησης εξουσίας στον εργασιακό χώρο και τη δυσκολία που αντιμετωπίζουν πολλά θύματα σε αντίστοιχες περιπτώσεις όταν ο φερόμενος ως δράστης κατέχει θέση ισχύος.

Η επίθεση μετά από επαγγελματική έξοδο

Σύμφωνα με όσα παρουσιάστηκαν στο δικαστήριο, το περιστατικό σημειώθηκε τον Μάιο του 2022, έπειτα από έξοδο συναδέλφων για ποτό. Όπως προέκυψε από την ακροαματική διαδικασία, ο Τζέιμς Χόλντερ μπήκε στο ίδιο ταξί με τη γυναίκα, παρά το γεγονός ότι είχε προβλεφθεί διαφορετική μεταφορά για τον καθένα. Όταν έφτασαν στο σπίτι της, ο επιχειρηματίας φέρεται να μπήκε στην κατοικία της, αποκοιμήθηκε αρχικά στο κρεβάτι της και αργότερα, σύμφωνα με την καταγγελία, την οδήγησε στο υπνοδωμάτιο, όπου τη βίασε. Η ίδια υποστήριξε εξαρχής ότι δεν υπήρξε συναίνεση, ενώ ο κατηγορούμενος αρνήθηκε τις κατηγορίες, επιμένοντας ότι κάθε σεξουαλική επαφή μεταξύ τους ήταν συναινετική.

Ένα από τα πιο συγκλονιστικά σημεία της μαρτυρίας της αφορά τις ημέρες που ακολούθησαν την επίθεση. Όπως εξήγησε, μόλις λίγες ημέρες αργότερα αναγκάστηκε να επιστρέψει κανονικά στην εργασία της, γνωρίζοντας ότι θα έπρεπε να συνεργάζεται καθημερινά με τον άνθρωπο που κατηγορούσε για τον βιασμό της. Περιγράφοντας εκείνη την περίοδο, δήλωσε: «Ήταν ο άνθρωπος που πλήρωνε τον μισθό μου κάθε μήνα. Δεν ήξερες τι θα έφερνε η Δευτέρα. Δεν ήξερες τι θα έφερνε η Τρίτη ή η Τετάρτη. Για μένα ήταν μια στιγμή απόλυτης αποσταθεροποίησης.» Η ίδια εξήγησε ότι εκείνο το διάστημα λειτουργούσε αποκλειστικά με στόχο να επιβιώσει ψυχολογικά, χωρίς να έχει την πολυτέλεια να επεξεργαστεί όσα είχαν συμβεί.

Η γυναίκα αποκάλυψε επίσης πως δίστασε να καταγγείλει εξαρχής το περιστατικό στις Αρχές, καθώς ο Τζέιμς Χόλντερ αποτελούσε μία ιδιαίτερα ισχυρή προσωπικότητα στον χώρο της μόδας και των επιχειρήσεων. Όπως ανέφερε, θεωρούσε ότι ο εργοδότης της είχε σημαντική επιρροή στον επαγγελματικό χώρο, γεγονός που την έκανε να αισθάνεται ότι δύσκολα θα μπορούσε να βρει δικαίωση.

Παράλληλα, περιέγραψε το εργασιακό περιβάλλον στην επιχείρηση όπου εργαζόταν μετά την αποχώρησή της από τη Superdry, υποστηρίζοντας ότι επικρατούσε έντονη πίεση και φόβος. Σύμφωνα με την ίδια, οι εργαζόμενοι βρίσκονταν συνεχώς σε επιφυλακή, ενώ δεν υπήρχε ανοχή απέναντι στα λάθη. Η απόφαση να απευθυνθεί τελικά στην Αστυνομία ελήφθη, όπως είπε, όταν η νέα εταιρεία του Χόλντερ οδηγήθηκε σε εκκαθάριση και εκείνος έπαψε πλέον να είναι ο εργοδότης της. Κατά τη διάρκεια της δίκης, ο Τζέιμς Χόλντερ αρνήθηκε τις κατηγορίες τόσο για βιασμό όσο και για σεξουαλική επίθεση με διείσδυση, υποστηρίζοντας ότι όλα έγιναν με τη συναίνεση της γυναίκας. Οι ένορκοι απάλλαξαν τον επιχειρηματία από τη δεύτερη κατηγορία, ωστόσο τον έκριναν ένοχο για βιασμό. Το δικαστήριο επέβαλε ποινή κάθειρξης οκτώ ετών.

Η συγκλονιστική δήλωση του θύματος

Ιδιαίτερη αίσθηση προκάλεσε και η δήλωση που διάβασε η γυναίκα ενώπιον του δικαστηρίου κατά την ανακοίνωση της ποινής. Απευθυνόμενη στον καταδικασθέντα, ανέφερε: «Τέσσερα χρόνια ακριβώς από την ημέρα που επέλεξες να πάρεις κάτι που δεν ήταν ποτέ δικό σου – την επιλογή μου, την αξιοπρέπειά μου, το σώμα μου. Τέσσερα χρόνια από τότε που με βίασες. Δεν θα απαλύνω αυτή τη λέξη για να γίνει πιο εύκολη για εσένα ή για οποιονδήποτε άλλον. Ανήκει στην αλήθεια των πράξεών σου.» Στη συνέχεια πρόσθεσε: «Είμαι ακόμη εδώ, εξακολουθώ να στέκομαι όρθια, συνεχίζω να παίρνω πίσω κάθε κομμάτι του εαυτού μου που προσπάθησες να μου στερήσεις. Το βάρος αυτού που συνέβη πρέπει να το κουβαλάς εσύ, όχι εγώ.»

Η γυναίκα περιέγραψε ακόμη πως οι συνέπειες της επίθεσης δεν περιορίστηκαν στη συγκεκριμένη ημέρα, αλλά επηρέασαν σε βάθος την προσωπική της ζωή και τις σχέσεις της με τους ανθρώπους γύρω της. Όπως είπε: «Αυτό που μου έκανες δεν τελείωσε εκείνη την ημέρα. Με ακολούθησε στις σχέσεις μου, στον τρόπο που προσπαθώ να εμπιστευτώ τους ανθρώπους, στις στιγμές όπου η οικειότητα θα έπρεπε να είναι ασφαλής αλλά δεν είναι. Αυτό που συνέβη εκείνη την ημέρα με ακολουθεί ακόμη και έχει ρίξει σκιές εκεί όπου θα έπρεπε να υπάρχει φως.» Παράλληλα, υπενθύμισε στο δικαστήριο τις συνθήκες της επίθεσης, λέγοντας: «Μπήκες στο σπίτι μου χωρίς πρόσκληση. Αγνόησες τις επανειλημμένες εκκλήσεις μου να σταματήσεις, συμπεριφερόμενος σαν να είχες δικαίωμα να συνεχίσεις την επίθεσή σου στο σώμα μου.»