«Γέφυρες» προς τη μεγάλη μάζα των ψηφοφόρων της, η οποία εμφανίζεται αποστασιοποιημένη στις δημοσκοπήσεις και στις σχετικές έρευνες αγοράς, επιχειρεί να ρίξει η κυβέρνηση, προτάσσοντας μέτρα που αφορούν φορολογικές ελαφρύνσεις αλλά και την αποκατάσταση της φορολογικής δικαιοσύνης για αγρότες και ελεύθερους επαγγελματίες. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Κ. Μητσοτάκης επέλεξε να αρχίσει να παρουσιάζει σταδιακά το «πακέτο» των 3,5 δισ. ευρώ, σε πλήρη ωρίμανση, ξεκινώντας από τους επαγγελματίες. Πρόκειται για μια κατηγορία πολιτών που εδώ και καιρό εκφράζει παράπονα, όχι πάντα χωρίς λόγο, για στρεβλώσεις και αδικίες που προκύπτουν από την εφαρμογή του τεκμαρτού εισοδήματος. Οι πληροφορίες που είχαν προηγηθεί έκαναν λόγο για σημαντική μείωση των συγκεκριμένων τεκμηρίων, κάτι που τελικά επιβεβαιώθηκε.
Κούρεμα στα τεκμήρια των επαγγελματιών
Η ύπαρξη προβλήματος φοροδιαφυγής στον συγκεκριμένο επαγγελματικό χώρο δεν αποτελεί άγνωστο ζήτημα. Κατά καιρούς, μάλιστα, οι τεχνοκράτες της Κομισιόν είχαν επισημάνει τις αδυναμίες των φοροελεγκτικών μηχανισμών να περιορίσουν τις απώλειες εσόδων και να κλείσουν τα σχετικά κενά. Η επιλογή της λύσης μέσω του τεκμαρτού εισοδήματος, μέχρι να αναπτυχθούν και να λειτουργήσουν πλήρως τα ψηφιακά εργαλεία της ΑΑΔΕ με τη χρηματοδότηση του Ταμείου Ανάκαμψης, δεν ήταν πολιτικά εύκολη, κρίθηκε όμως αναγκαία. Από την αρχή, ωστόσο, υπήρχε ο κίνδυνος μαζί με τους επαγγελματίες που απέκρυπταν εισοδήματα να επιβαρυνθούν και όσοι ήταν συνεπείς, καθώς ο τεκμαρτός τρόπος υπολογισμού ενέχει από τη φύση του στοιχεία που μπορούν να οδηγήσουν σε αδικίες. Το βασικό πρόβλημα δεν εντοπιζόταν τόσο στη σύνδεση του τεκμαρτού εισοδήματος με τον κατώτατο μισθό, όσο στις προσαυξήσεις που μπορούσαν να αυξήσουν υπέρμετρα τη φορολογική επιβάρυνση.
Οι αλλαγές στις προσαυξήσεις
Εδώ ακριβώς έρχεται η βασική παρέμβαση. Από φέτος καταργείται στην πράξη το μεγαλύτερο μέρος του τεκμαρτού εισοδήματος για τους συνεπείς ελεύθερους επαγγελματίες που πληρούν τα προβλεπόμενα κριτήρια συνέπειας, τα οποία, σύμφωνα με αρμόδιες πηγές, αφορούν πάνω από το 90% του συνόλου. Μάλιστα, ζητήματα όπως η μη διασύνδεση POS και ταμειακής μηχανής αντιμετωπίζονται πλέον ως εξαίρεση στον κανόνα συμμόρφωσης. Συγκεκριμένα, καταργούνται οι δύο προσαυξήσεις που μπορούσαν να οδηγήσουν σε δυσανάλογη αύξηση του τεκμαρτού εισοδήματος: το 10% του ετήσιου κόστους μισθοδοσίας και το 5% της διαφοράς του τζίρου σε σχέση με τον μέσο τζίρο του αντίστοιχου ΚΑΔ. Με τη νέα ρύθμιση, λοιπόν, ένας συνεπής επαγγελματίας δεν θα επιβαρύνεται πλέον τεκμαρτά επειδή απασχολεί εργαζομένους ή επειδή εμφανίζει υψηλότερο τζίρο από τον μέσο όρο του κλάδου στον οποίο δραστηριοποιείται.
Τα παραδείγματα για τις επιχειρήσεις
Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα μιας μικρής επιχείρησης εστίασης, η οποία λειτουργεί εδώ και 15 χρόνια και απασχολεί πέντε εργαζομένους, με ετήσιο κόστος μισθοδοσίας που φτάνει τα 105.000 ευρώ. Μέχρι σήμερα, το τεκμαρτό εισόδημα διαμορφωνόταν στα 27.244 ευρώ και ο φόρος ανερχόταν στα 4.783 ευρώ. Με τη νέα ρύθμιση, η βάση υπολογισμού περιορίζεται στα 16.744 ευρώ, ενώ ο φόρος μειώνεται στα 2.249 ευρώ, με αποτέλεσμα η φορολογική επιβάρυνση να υποχωρεί περισσότερο από το μισό. Αντίστοιχη ελάφρυνση προκύπτει και στην περίπτωση ενός μίνι μάρκετ που λειτουργεί για επτά χρόνια και απασχολεί έναν εργαζόμενο, με ετήσιο μισθολογικό κόστος 18.000 ευρώ. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, μόνο και μόνο λόγω της απασχόλησης ενός εργαζομένου, το τεκμαρτό εισόδημα έφτανε στα 20.500 ευρώ, αντί για 14.168 ευρώ, με τον φόρο που προέκυπτε να ξεπερνά τα 3.000 ευρώ. Σε ακόμη ένα παράδειγμα, τεχνίτης με 12 χρόνια επαγγελματικής δραστηριότητας, κόστος μισθοδοσίας 15.000 ευρώ και τζίρο υψηλότερο από τον μέσο όρο του ΚΑΔ του, επιβαρυνόταν με τεκμήριο 17.956 ευρώ και φόρο 2.491 ευρώ. Με την κατάργηση των συγκεκριμένων προσαυξήσεων, ο φόρος του μειώνεται κατά 500 ευρώ.
Τι παραμένει ως βάση υπολογισμού
Μέχρι να ωριμάσουν πλήρως και να αξιοποιηθούν όλα τα ψηφιακά «εργαλεία» της ΑΑΔΕ, το μόνο στοιχείο που παραμένει ως ελάχιστη βάση υπολογισμού είναι ο κατώτατος μισθός μαζί με τις τριετίες. Η λογική πίσω από τη συγκεκριμένη επιλογή είναι ότι ένας άνθρωπος που ασκεί επαγγελματική δραστηριότητα δεν μπορεί να εμφανίζει ως ελάχιστο εισόδημα ποσό μικρότερο από εκείνο που λαμβάνει ένας εργαζόμενος που αμείβεται με τον κατώτατο μισθό. Παράλληλα, με δεδομένο ότι οι προσαυξήσεις περιορίζονται, αναμένεται να ενταθούν οι έλεγχοι σε επαγγελματικές δραστηριότητες που παρουσιάζουν υψηλά ποσοστά φορολογικής παραβατικότητας. Στόχος είναι να περιοριστούν οι περιπτώσεις φοροδιαφυγής, χωρίς να επιβαρύνονται αδικαιολόγητα όσοι τηρούν τις υποχρεώσεις τους, αλλά και να ενισχυθεί το αίσθημα φορολογικής δικαιοσύνης μεταξύ των συνεπών επαγγελματιών.
Ειδική παρέμβαση για τα ταξί
Ξεχωριστή και ιδιαίτερα σημαντική είναι η διορθωτική παρέμβαση που αφορά τον τρόπο υπολογισμού του τεκμαρτού εισοδήματος για τους εκμεταλλευτές ταξί, ένα ζήτημα που είχε βρεθεί στο επίκεντρο των συχνών κινητοποιήσεων του κλάδου. Με τη νέα ρύθμιση προβλέπεται ειδική διόρθωση του τεκμηρίου, ώστε αυτό να ανταποκρίνεται στο πραγματικό ποσοστό ιδιοκτησίας του οχήματος. Συγκεκριμένα, το τεκμήριο θα μειώνεται αναλογικά με το ποσοστό συνιδιοκτησίας. Για παράδειγμα, εάν ένας επαγγελματίας διαθέτει το 50% ενός ταξί, το τεκμήριο θα μειώνεται κατά 50%. Με αυτόν τον τρόπο, κάποιος που κατέχει μόνο μέρος ενός οχήματος δεν θα φορολογείται σαν να έχει στην κατοχή και εκμετάλλευσή του ολόκληρο το ταξί. Παράλληλα, από το τεκμήριο εξαιρούνται και ανήλικα τέκνα έως 18 ετών που διαθέτουν άδεια ταξί, περιπτώσεις οι οποίες συνήθως προκύπτουν μέσα από κληρονομική διαδοχή μετά τον θάνατο ενός γονέα.
Οι φοροελαφρύνσεις για τους αγρότες
Στην κορυφή των φορολογικών παρεμβάσεων βρίσκονται και οι αγρότες, με τους οποίους η κυβέρνηση έχει βρεθεί τους τελευταίους μήνες σε έντονη αντιπαράθεση. Το αυξημένο ενεργειακό κόστος, οι ανατιμήσεις στις πρώτες ύλες και οι σοβαρές συνέπειες από τις ζωονόσους έχουν δημιουργήσει σημαντικές πιέσεις στον αγροτικό κόσμο. Για τον λόγο αυτό κρίθηκε απαραίτητη μια ουσιαστική ελάφρυνση, όχι μέσω νέων επιδοματικών ενισχύσεων, αλλά με φορολογικά μέτρα. Από φέτος μηδενίζεται ο φορολογικός συντελεστής για εισόδημα έως 20.000 ευρώ για τους κατά κύριο επάγγελμα αγρότες. Ως αποτέλεσμα, μείωση φόρου αναμένεται να δουν 47.091 από τους συνολικά 245.907 αγρότες, ενώ για έναν αγρότη χωρίς παιδιά το αφορολόγητο όριο αυξάνεται από τα 8.633 στα 22.204 ευρώ. Το μέγιστο όφελος υπολογίζεται στα 2.900 ευρώ. Ενδεικτικά, αγρότης χωρίς παιδιά με εισόδημα 15.000 ευρώ, ο οποίος μέχρι σήμερα κατέβαλλε φόρο 1.183 ευρώ, πλέον δεν θα πληρώνει φόρο. Ακόμη μεγαλύτερη είναι η ελάφρυνση για όσους βρίσκονται στο όριο των 20.000 ευρώ, καθώς το όφελος από τον φόρο φτάνει τα 2.283 ευρώ. Παράλληλα, ο μηδενικός συντελεστής έως τις 20.000 ευρώ μειώνει την επιβάρυνση και για υψηλότερα αγροτικά εισοδήματα. Έτσι, αγρότης με εισόδημα 30.000 ευρώ αναμένεται να έχει φορολογική ελάφρυνση ύψους 2.900 ευρώ. Αγρότες και ελεύθεροι επαγγελματίες θα δουν στην πράξη το όφελος των νέων ρυθμίσεων με την εκκαθάριση των φορολογικών δηλώσεων του 2027, ενώ το συνολικό δημοσιονομικό όφελος για τις δύο κατηγορίες υπολογίζεται περίπου στα 880 εκατ. ευρώ.