Υπάρχουν τόποι που δεν διεκδικούν τη δημοσιότητα. Δεν κραυγάζουν την ομορφιά τους, ούτε επιδεικνύουν τουριστικά τεχνάσματα για να κερδίσουν τον περαστικό. Στέκονται εκεί αμέριμνα, με την αυτάρκεια της φύσης και την αξιοπρέπεια του χρόνου, περιμένοντας εκείνον που γνωρίζει ακόμη να ταξιδεύει και όχι απλώς να μετακινείται. Το Αλμυρίχι της νότιας Εύβοιας είναι ένας από αυτούς τους τόπους, μια σχεδόν μυστική λωρίδα γης που αντικρίζει την Αττική σαν να της ψιθυρίζει πως η απόδραση βρίσκεται πολύ πιο κοντά απ’ όσο πιστεύει κανείς.Η απόσταση μοιάζει να αψηφά τη γεωγραφία. Μέσα σε λίγες ώρες από το κέντρο της Αθήνας, ο ταξιδιώτης εγκαταλείπει τον βόμβο της μεγαλούπολης και παραδίνεται σε ένα τοπίο όπου η θάλασσα, το φως και ο άνεμος συνδιαλέγονται με τρόπο σχεδόν μεταφυσικό.
Η διαδρομή είναι από μόνη της μέρος της εμπειρίας. Ακολουθώντας την εθνική οδό προς Χαλκίδα, ο δρόμος συνεχίζει νότια, διασχίζοντας το εσωτερικό της Εύβοιας μέσα από ελαιώνες, πευκώνες και μικρούς οικισμούς που διατηρούν ακόμη τον αργό ρυθμό της ελληνικής επαρχίας. Περνώντας την περιοχή της Αμαρύνθου και της Αλιβερίου, η διαδρομή κατευθύνεται προς τον Δήμο Καρύστου, ώσπου οι στροφές αρχίζουν να κατηφορίζουν προς το Αιγαίο. Λίγο πριν από το Μαρμάρι, ένας μικρός δρόμος οδηγεί στο Αλμυρίχι, έναν παραθαλάσσιο οικισμό που παραμένει σχεδόν ανέγγιχτος από τη μαζική τουριστική ανάπτυξη. Από την Αθήνα, το ταξίδι διαρκεί περίπου τρεις ώρες οδικώς, ενώ αρκετοί επιλέγουν και τη θαλάσσια διαδρομή μέσω Ραφήνας προς Μαρμάρι, μειώνοντας σημαντικά την οδήγηση και χαρίζοντας από την πρώτη στιγμή την αίσθηση μιας νησιωτικής εξόρμησης.
Το Αλμυρίχι δεν αποτελεί προορισμό για εκείνον που αναζητά κοσμικές παραλίες και πολύβουα beach bars. Είναι ένας τόπος που επιβάλλει χαμηλόφωνη παρουσία. Η ακτή απλώνεται σαν λευκή πινελιά ανάμεσα στα βράχια και στο βαθύ γαλάζιο του Νοτίου Ευβοϊκού. Τα νερά, διαυγή έως τον πυθμένα, παίρνουν αποχρώσεις που μεταβάλλονται διαρκώς από αχνό τιρκουάζ τις πρωινές ώρες έως βαθύ κοβαλτί καθώς ο ήλιος γέρνει προς τη δύση.
Ο αέρας φέρει την αλμύρα με εκείνη τη γνώριμη, σχεδόν αρχέγονη οσμή της ελληνικής θάλασσας. Τα αρμυρίκια σκύβουν πάνω από την ακτή σαν σιωπηλοί φρουροί, προσφέροντας φυσική σκιά, ενώ οι πέτρες, λειασμένες από αιώνες κυμάτων, αφηγούνται με τον τρόπο τους μια ιστορία πολύ παλαιότερη από κάθε ανθρώπινη παρουσία. Εδώ δεν κυριαρχεί ο θόρυβος, αλλά η παύση. Το βλέμμα χάνεται στον ορίζοντα, εκεί όπου η Αττική μοιάζει σχεδόν να επιπλέει απέναντι, υπενθυμίζοντας πόσο μικρή είναι τελικά η απόσταση ανάμεσα στην ασφυξία της πόλης και στην ελευθερία του ανοιχτού πελάγους.
Καθώς ο ήλιος κατεβαίνει, το τοπίο μεταμορφώνεται. Το φως αποκτά εκείνη τη χρυσοκόκκινη απόχρωση που μόνο οι ακτές της νότιας Εύβοιας γνωρίζουν να φιλοξενούν. Η θάλασσα γίνεται καθρέφτης από λιωμένο μέταλλο και οι σκιές των βράχων επιμηκύνονται αργά, σαν να επιθυμούν να καθυστερήσουν τη δύση.
Το Αλμυρίχι δεν προσφέρεται για βιαστικές επισκέψεις. Απαιτεί να καθίσεις λίγο περισσότερο απ’ όσο είχες προγραμματίσει. Να αφήσεις το βιβλίο κλειστό, το κινητό ξεχασμένο και να ακούσεις μονάχα το κύμα που επιστρέφει ακούραστα στην ακτή. Εκεί βρίσκεται η ουσία αυτού του τόπου. Στην απουσία της επιτήδευσης. Στην πολυτέλεια της απλότητας. Ίσως γι’ αυτό όσοι το ανακαλύπτουν επιστρέφουν. Όχι επειδή αναζητούν κάτι καινούργιο, αλλά επειδή επιθυμούν να ξανασυναντήσουν εκείνη τη σπάνια αίσθηση που ολοένα εκλείπει από την καθημερινότητα: τη γαλήνη. Και ίσως αυτή να είναι τελικά η μεγαλύτερη γοητεία του Αλμυριχίου. Ότι βρίσκεται σχεδόν δίπλα στην Αττική, αλλά κατορθώνει να μοιάζει απείρως μακρινό από όλα όσα αφήνει κανείς πίσω του.