Με εντατικούς ρυθμούς συνεχίζεται η έρευνα της Αντιτρομοκρατικής Υπηρεσίας για την υπόθεση των τριών εμπρηστικών επιθέσεων που σημειώθηκαν στη Θεσσαλονίκη και είχαν ως τραγική συνέπεια τον θάνατο της 70χρονης Βάγιας Νέστορα. Οι αστυνομικές αρχές επιχειρούν να χαρτογραφήσουν πλήρως τον τρόπο δράσης των εμπλεκομένων, εξετάζοντας κάθε διαθέσιμο στοιχείο που θα μπορούσε να οδηγήσει στην ταυτοποίηση και τη σύλληψή τους.
Σύμφωνα με τις μέχρι στιγμής εκτιμήσεις των ερευνητών, οι επιθέσεις φαίνεται πως δεν ήταν αποτέλεσμα αυθόρμητης ενέργειας, αλλά οργανώθηκαν με συγκεκριμένο επιχειρησιακό σχεδιασμό. Για τον λόγο αυτό, εκτός από τα άτομα που εκτιμάται ότι συμμετείχαν άμεσα στις επιθέσεις, οι Αρχές εξετάζουν πλέον σοβαρά και το ενδεχόμενο ύπαρξης ενός ακόμη προσώπου, το οποίο ενδεχομένως είχε επιτελικό ή καθοδηγητικό ρόλο.
Η εκτίμηση για τέταρτο εμπλεκόμενο
Η Αντιτρομοκρατική θεωρεί πιθανό ότι πίσω από την επιχειρησιακή ομάδα υπήρχε ένα πρόσωπο μεγαλύτερης ηλικίας, με εμπειρία σε παρόμοιες ενέργειες και γνώση της κατασκευής εμπρηστικών μηχανισμών. Η εκτίμηση αυτή βασίζεται στον τρόπο με τον οποίο φέρονται να οργανώθηκαν οι επιθέσεις, αλλά και στη μεθοδολογία που ακολουθήθηκε. Οι πληροφορίες που αξιολογούνται κάνουν λόγο για ένα άτομο το οποίο ενδέχεται να μην συμμετείχε φυσικά στις επιθέσεις, αλλά να παρείχε οδηγίες σχετικά με την επιλογή των στόχων, τον σχεδιασμό της δράσης και την κατασκευή των αυτοσχέδιων εμπρηστικών μηχανισμών. Παράλληλα, εξετάζεται το ενδεχόμενο το συγκεκριμένο πρόσωπο να διαθέτει πολυετή εμπειρία στον αντιεξουσιαστικό χώρο, χωρίς ωστόσο μέχρι στιγμής να έχουν προκύψει στοιχεία που να οδηγούν σε συγκεκριμένη ταυτοποίηση. Η εικόνα που έχουν σχηματίσει μέχρι στιγμής οι ερευνητές βασίζεται κυρίως στο υλικό από κάμερες ασφαλείας και σε άλλα στοιχεία που συλλέγονται από τα σημεία των επιθέσεων.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των Αρχών, τρία άτομα συμμετείχαν ενεργά στην εκτέλεση του σχεδίου. Δύο εξ αυτών φέρονται να είχαν τον ρόλο της τοποθέτησης των εμπρηστικών μηχανισμών, ενώ ένα τρίτο πρόσωπο λειτουργούσε ως υποστηρικτής και παρατηρητής της περιοχής. Όπως προκύπτει από την ανάλυση του διαθέσιμου υλικού, ο υποστηρικτικός συνεργός φαίνεται να κινούνταν πρώτος προς τα σημεία που είχαν επιλεγεί ως στόχοι, χρησιμοποιώντας μοτοσικλέτα μικρού κυβισμού. Αφού διαπίστωνε ότι δεν υπήρχε κίνδυνος ή παρουσία αστυνομικών δυνάμεων, ενημέρωνε με άγνωστο μέχρι στιγμής τρόπο τους υπόλοιπους δύο, οι οποίοι προσέγγιζαν για να τοποθετήσουν τους εμπρηστικούς μηχανισμούς.
Αμέσως μετά την ολοκλήρωση κάθε επίθεσης, οι εμπλεκόμενοι φέρονται να αποχωρούσαν οργανωμένα και να κατευθύνονταν προς τον επόμενο στόχο, ακολουθώντας προκαθορισμένη διαδρομή. Ένα από τα βασικά ζητούμενα για τους ερευνητές είναι η πλήρης ανασύνθεση της διαδρομής που ακολούθησαν οι δράστες πριν και μετά τις επιθέσεις. Η Αντιτρομοκρατική εξετάζει καρέ-καρέ το υλικό από δεκάδες κάμερες ασφαλείας, προσπαθώντας να εντοπίσει σημεία όπου οι ύποπτοι ενδεχομένως έκαναν κάποιο λάθος ή ακολούθησαν πορεία που μπορεί να οδηγήσει σε ασφαλές καταφύγιο ή σε άλλα πρόσωπα που σχετίζονται με την υπόθεση.
Παράλληλα, αξιολογούνται πληροφορίες για τις διαδρομές των μοτοσικλετών που φέρονται να χρησιμοποιήθηκαν, καθώς και κάθε πιθανό στοιχείο που θα μπορούσε να αποκαλύψει το σημείο από το οποίο ξεκίνησαν ή στο οποίο κατέληξαν μετά την ολοκλήρωση των επιθέσεων. Στο πλαίσιο της έρευνας έχει ζητηθεί και η άρση του απορρήτου των επικοινωνιών για τις περιοχές όπου σημειώθηκαν οι επιθέσεις. Οι αρμόδιες υπηρεσίες επιχειρούν να διαπιστώσουν ποια κινητά τηλέφωνα συνδέθηκαν με τις κεραίες κινητής τηλεφωνίας κοντά στα σημεία και τις κρίσιμες ώρες των επιθέσεων.
Ωστόσο, οι αστυνομικοί δεν αποκλείουν το ενδεχόμενο οι εμπλεκόμενοι να είχαν λάβει μέτρα προφύλαξης, επιλέγοντας να μη μεταφέρουν μαζί τους κινητές συσκευές ή να χρησιμοποιήσουν άλλους τρόπους επικοινωνίας, ώστε να περιορίσουν τα ηλεκτρονικά ίχνη τους. Για τον λόγο αυτό, οι τηλεπικοινωνιακές αναλύσεις αντιμετωπίζονται ως ένα μόνο από τα διαθέσιμα εργαλεία της έρευνας και όχι ως το μοναδικό μέσο εντοπισμού των δραστών.
Η υπόθεση έχει προκαλέσει ιδιαίτερη κινητοποίηση στις υπηρεσίες ασφαλείας, καθώς πρόκειται για μια σειρά επιθέσεων που κορυφώθηκαν με τον θάνατο μιας γυναίκας και έχουν λάβει διαστάσεις εξαιρετικά σοβαρής ποινικής διερεύνησης. Οι αστυνομικοί συνδυάζουν βιντεοληπτικό υλικό, καταθέσεις μαρτύρων, εργαστηριακά ευρήματα και τεχνικές αναλύσεις, επιχειρώντας να δημιουργήσουν μια πλήρη εικόνα για το σύνολο της επιχείρησης. Παράλληλα, συνεχίζεται η αξιολόγηση πληροφοριών σχετικά με πρόσωπα που ενδέχεται να είχαν γνώση του σχεδιασμού ή να συνέβαλαν στην προετοιμασία των επιθέσεων, χωρίς απαραίτητα να βρίσκονταν στον χώρο κατά την εκτέλεσή τους.