Επτά χρόνια μετά το άγριο έγκλημα στην Αίγινα που συγκλόνισε το πανελλήνιο, οι Αρχές κατάφεραν να συμπληρώσουν το «παζλ» της υπόθεσης με τη σύλληψη ενός 36χρονου κατηγορούμενου στη Μάλτα. Το διπλό φονικό σημειώθηκε τον Νοέμβριο του 2015, με θύματα την 70χρονη Ειρήνη Μαρμαρινού και τον 44χρονο ανιψιός της, Λάμπρος Πρωτονοτάριο. Οι δράστες εισέβαλαν στο σπίτι τους με σκοπό τη ληστεία, καθώς, όπως αποκαλύφθηκε από την άρση του τραπεζικού απορρήτου, η ηλικιωμένη γυναίκα είχε προχωρήσει λίγες ημέρες νωρίτερα σε αναλήψεις ύψους 800.000 ευρώ. Οι κακοποιοί, γνωρίζοντας προφανώς για την ύπαρξη των χρημάτων, ξυλοκόπησαν άγρια τα θύματά τους για να μαρτυρήσουν πού ήταν κρυμμένα τα μετρητά, και στη συνέχεια τους έβαλαν φωτιά, αφήνοντάς τους να καούν ζωντανοί, τόσο για να τους εξοντώσουν όσο και για να εξαφανίσουν τα ίχνη τους. Οι κηλίδες αίματος στους τοίχους, τα σπασμένα έπιπλα και τα κατεστραμμένα τζάμια μαρτυρούσαν το φρικτό μαρτύριο που έζησαν θεία και ανιψιός μέσα στο ίδιο τους το σπίτι.
Παρακολουθείστε το χρονικού του φρικτού εγκλήματος στο βίντεο του χρήστη εγκλήματα στο youtube:
Η πορεία των ερευνών και το προφίλ των υπόπτων
Οι αστυνομικές έρευνες και οι εργαστηριακές αναλύσεις οδήγησαν γρήγορα στον σχηματισμό ενός κύκλου 60 υπόπτων. Το ιδιαίτερο στοιχείο της υπόθεσης ήταν ότι όλοι οι ύποπτοι κατάγονταν από το ίδιο χωριό της Αλβανίας και είχαν συγγενική σχέση μεταξύ τους. Ανάμεσά τους βρισκόταν και ο 36χρονος σήμερα εργάτης αλβανικής υπηκοότητας, ο οποίος την ημέρα του εγκλήματος εργαζόταν στην Αίγινα. Παρότι κατάφερε να διαφύγει αμέσως μετά την πράξη του, άφησε πίσω του ένα κρίσιμο στοιχείο: έναν σκούφο στον οποίο εντοπίστηκε το DNA του. Λόγω της μικρής ποσότητας του γενετικού υλικού, οι ελληνικές Αρχές χρειάστηκε να αναζητήσουν δίαυλο επικοινωνίας και συνεργασίας με τις αλβανικές Αρχές, ώστε να στενέψουν τον κλοιό γύρω από τη συγκεκριμένη οικογένεια και να ταυτοποιήσουν τον δράστη.
Η ζωή στη Μάλτα και η τελική σύλληψη
Μετά τη διαφυγή του από την Ελλάδα, ο κατηγορούμενος εγκαταστάθηκε στη Μάλτα. Θεωρώντας ότι είχε γλιτώσει οριστικά και ότι η υπόθεση είχε κλείσει ως ανεξιχνίαστη, άρχισε να κάνει μια μάλλον απρόσεκτη ζωή, ανεβάζοντας φωτογραφίες και βίντεο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης από διακοπές και ταξίδια αναψυχής. Ωστόσο, οι Αρχές συνέχιζαν να τον αναζητούν αθόρυβα, έχοντας εκδώσει ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης. Η αντίστροφη μέτρηση ξεκίνησε όταν οι αστυνομικοί στη Μάλτα τον εντόπισαν και του πήραν αποτυπώματα. Μόλις διαπιστώθηκε η ταυτοποίηση με τα στοιχεία του εντάλματος, οι μαλτέζικες Αρχές ειδοποίησαν την Ελλάδα. Αυτή τη στιγμή, οι διαδικασίες για την έκδοση του 36χρονου στην Ελλάδα βρίσκονται σε πλήρη εξέλιξη, αν και παραμένει ακόμα άγνωστο το τι απέγιναν τα κλαπέντα χρήματα, καθώς και το ποιοι ήταν οι συνεργοί του στο διπλό έγκλημα.