Ανήλικη παραβατικότητα: Η στατιστική πτώση και η ποιοτική έκρηξη της βίας

Κατά το πρώτο πεντάμηνο του 2026, η Ελληνι...

Ανήλικη παραβατικότητα: Η στατιστική πτώση και η ποιοτική έκρηξη της βίας

Κατά το πρώτο πεντάμηνο του 2026, η Ελληνική Αστυνομία έχει καταγράψει συνολικά 2.400 συλλήψεις ανηλίκων, σύμφωνα με τα διαθέσιμα επίσημα στατιστικά δεδομένα, τα οποία υποδηλώνουν μια γενική μείωση σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του προηγούμενου έτους. Ωστόσο, η ποσοτική αυτή κάμψη δεν συνοδεύεται από αντίστοιχη ποιοτική αποφόρτιση της παραβατικότητας, καθώς συγκεκριμένες κατηγορίες εγκληματικών συμπεριφορών εμφανίζουν αξιοσημείωτη αυξητική τάση, αναδεικνύοντας μια μετατόπιση του φαινομένου προς πιο σοβαρές και συχνά βίαιες μορφές παραβατικότητας. Ειδικότερα, οι συλλήψεις που αφορούν τον νόμο περί ναρκωτικών ανέρχονται σε 578 για το 2026, έναντι 447 την αντίστοιχη περίοδο του 2025, γεγονός που καταδεικνύει μια σαφή ενίσχυση της εμπλοκής ανηλίκων σε δίκτυα ή συμπεριφορές χρήσης και διακίνησης εξαρτησιογόνων ουσιών. Παράλληλα, οι παραβάσεις του νόμου περί όπλων καταγράφουν επίσης αύξηση, με 207 συλλήψεις το 2026 έναντι 181 το 2025, στοιχείο που εγείρει εύλογες ανησυχίες για την ευκολότερη πρόσβαση ανηλίκων σε επικίνδυνα αντικείμενα και για τη σταδιακή «οπλοποίηση» της ανήλικης παραβατικότητας (“Τα Νέα”).

 

Τα στατιστικά στοιχεία που επιβεβαινώνουν την ανήλικη παραβατικότητα

Στον τομέα των εγκλημάτων κατά της σωματικής ακεραιότητας, καταγράφονται 252 συλλήψεις το 2026, έναντι 306 το 2025, γεγονός που εκ πρώτης όψεως υποδηλώνει μείωση. Εντούτοις, η επιμέρους ανάλυση των κατηγοριών αποκαλύπτει μια ανησυχητική αναδιάρθρωση της βίας. Συγκεκριμένα, οι υποθέσεις θανατηφόρας σωματικής βλάβης ανέρχονται σε 66 συλλήψεις το 2026, ενώ το 2025 δεν είχε καταγραφεί καμία αντίστοιχη περίπτωση. Αντίστοιχα, οι περιπτώσεις σωματικής βλάβης αδυνάμων ατόμων φθάνουν τις 104 συλλήψεις, επίσης από μηδενική βάση το προηγούμενο έτος, ενώ οι συλλήψεις που σχετίζονται με συμπλοκές ανέρχονται σε 17, και πάλι χωρίς καταγεγραμμένα περιστατικά το 2025. Τα δεδομένα αυτά δεν υποδηλώνουν απλώς στατιστική μεταβολή, αλλά ποιοτική επιδείνωση της φύσης της ανήλικης βίας, με ενδείξεις κλιμάκωσης προς περισσότερο οργανωμένες ή έντονα επιθετικές συμπεριφορές.

Στα εγκλήματα κατά της ιδιοκτησίας, οι συλλήψεις ανέρχονται σε 761 το 2026, έναντι 789 το 2025, καταγράφοντας οριακή μείωση. Ωστόσο, οι επιμέρους κατηγορίες εμφανίζουν διαφοροποιημένες τάσεις. Οι κλοπές, ειδικότερα, παρουσιάζουν αύξηση, με 342 συλλήψεις το 2026 έναντι 330 το 2025, γεγονός που υποδηλώνει ότι, παρά τη συνολική μείωση του δείκτη, η συγκεκριμένη μορφή παραβατικότητας παραμένει επίμονη και ενδεχομένως πιο εκτεταμένη σε καθημερινό επίπεδο. Αντίστοιχα, τα εγκλήματα κατά της ζωής εμφανίζουν ιδιαίτερα ανησυχητική εικόνα: μέχρι τον Μάιο του 2026 έχουν καταγραφεί 5 συλλήψεις ανηλίκων σε τέσσερις διαφορετικές υποθέσεις ανθρωποκτονίας με δόλο, ενώ την αντίστοιχη περίοδο του 2025 δεν είχε καταγραφεί καμία τέτοια περίπτωση. Η μεταβολή αυτή, αν και αριθμητικά περιορισμένη, είναι ποιοτικά εξαιρετικά βαρύνουσα.

Σχετικά με την εμπλοκή σε εγκληματικές οργανώσεις, καταγράφονται 21 συλλήψεις το 2026 έναντι 26 το 2025, γεγονός που φαινομενικά δείχνει μείωση. Ωστόσο, η σύγκριση με προηγούμενα έτη προσδίδει βάθος στην ανάλυση: το 2024 είχαν καταγραφεί 39 υποθέσεις με 142 εμπλεκόμενους, ενώ το 2025 41 υποθέσεις με 125 εμπλεκόμενους, στοιχείο που υποδηλώνει ότι, παρά τη διακύμανση, το φαινόμενο διατηρεί δομικά χαρακτηριστικά οργανωμένης δικτύωσης ανηλίκων σε εγκληματικές δραστηριότητες. Συνολικά, το 2025 είχαν καταγραφεί 3.888 συλλήψεις ανηλίκων, ενώ το 2026 μέχρι στιγμής 2.455, γεγονός που ενισχύει την εικόνα της ποσοτικής μείωσης.

Η επιστημονική εικόνα των ειδικών και η αστάθεια των ανηλίκων που εμφανίζουν παραβατική συμπεριφορά

Παράλληλα, πρέπει να σημειωθεί ότι οι αριθμοί συλλήψεων δεν ταυτίζονται πλήρως με το σύνολο των ανηλίκων που εμπλέκονται σε ποινικές υποθέσεις. Σημαντικός αριθμός υποθέσεων αφορά ανηλίκους που χαρακτηρίζονται ως παραβάτες βάσει δικογραφιών, χωρίς να έχει πραγματοποιηθεί σύλληψη στο πλαίσιο του αυτοφώρου, αλλά οι οποίοι παραπέμπονται στη δικαστική διαδικασία. Σε αυτή την κατηγορία παρατηρείται επίσης μείωση, με 3.739 περιπτώσεις το 2026 έναντι 4.906 το 2025, σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλούνται οι αρμόδιες αρχές. Παρά τη μείωση αυτή, η ουσία του φαινομένου παραμένει σύνθετη, καθώς η ποιοτική διάσταση της παραβατικότητας φαίνεται να επιβαρύνεται.

Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται από τους ειδικούς στη μετατόπιση προς πιο βίαιες μορφές συμπεριφοράς. Όπως επισημαίνει ο διευθυντής Ψυχικής Υγείας και Κοινωνικής Πρόνοιας του Ινστιτούτου Υγείας του Παιδιού, Γιώργος Νικολαΐδης, «οι αριθμοί δεν αντικατοπτρίζουν την πλήρη εικόνα της πραγματικότητας», καθώς επηρεάζονται από την αυστηροποίηση του νομοθετικού πλαισίου και τη συχνότερη παραπομπή ανηλίκων στις εισαγγελικές αρχές. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει, «ολοένα και περισσότερα παιδιά παραπέμπονται στον εισαγγελέα», γεγονός που, κατά τον ίδιο, τροφοδοτεί έναν «ηθικό πανικό», ο οποίος ενδέχεται να οδηγεί σε περαιτέρω αυστηροποίηση του συστήματος. Παράλληλα, αναγνωρίζει ότι υπάρχει ποιοτική επιδείνωση, σημειώνοντας ότι «τα παιδιά αυτής της ηλικίας έχουν ζήσει συνεχείς κρίσεις στην εφηβεία και βλέπουν τη ζωή τους να γίνεται κάθε χρόνο χειρότερη και όχι καλύτερη».

Αντίστοιχα, ο Σύνδεσμος Επιμελητών Δικαστηρίων Ανηλίκων επισημαίνει ότι το έργο των λειτουργών έχει καταστεί σε μεγάλο βαθμό διεκπεραιωτικό, λόγω του αυξημένου όγκου δικογραφιών, γεγονός που επηρεάζει τόσο την αποτελεσματικότητα της παρέμβασης όσο και την ουσιαστική στήριξη των οικογενειών. Όπως αναφέρουν, πολλές υποθέσεις δεν εμπίπτουν ουσιαστικά στο πεδίο αρμοδιοτήτων τους, αλλά καταλήγουν σε αυτούς λόγω της συρρίκνωσης των κοινωνικών δομών και της έλλειψης επαρκούς χρόνου επεξεργασίας. Η απουσία στελέχωσης και η λειτουργική αποδυνάμωση των δομών κοινωνικής πρόνοιας επιτείνουν τον κίνδυνο υποτροπής, καθώς η παρέμβαση καθίσταται αποσπασματική και συχνά ανεπαρκής. Στο πλαίσιο αυτό, ο Σύνδεσμος έχει επανειλημμένα ζητήσει τη δημιουργία και λειτουργία Κοινωνικής Υπηρεσίας στα μεγάλα Πρωτοδικεία της χώρας, όπως προβλέπεται από τον νόμο 2447/1996, με στόχο την ορθότερη αξιολόγηση των περιστατικών και την ενίσχυση της πρόληψης.

Συνολικά, η εικόνα που αναδύεται είναι αντιφατική: ενώ οι συνολικοί αριθμοί παρουσιάζουν μείωση, η ένταση και η βαρύτητα συγκεκριμένων μορφών ανήλικης παραβατικότητας φαίνεται να αυξάνονται, διαμορφώνοντας ένα πεδίο όπου η στατιστική αποκλιμάκωση συνυπάρχει με την ποιοτική επιδείνωση.