Ανασχηματισμός με το βλέμμα στις κάλπες: Τι σταθμίζει ο Κυριάκος Μητσοτάκης

Καθώς η κυβέρνηση εισέρχεται σταδιακά στην...

Ανασχηματισμός με το βλέμμα στις κάλπες: Τι σταθμίζει ο Κυριάκος Μητσοτάκης

Καθώς η κυβέρνηση εισέρχεται σταδιακά στην τελική ευθεία προς τις εθνικές εκλογές του 2027, επανέρχονται στο πολιτικό προσκήνιο τα σενάρια για έναν ακόμη ανασχηματισμό, ο οποίος ενδέχεται να αποτελέσει την τελευταία μεγάλη αλλαγή στο κυβερνητικό σχήμα πριν από την προσφυγή στις κάλπες. Εφόσον ο Κυριάκος Μητσοτάκης αποφασίσει να προχωρήσει σε αλλαγές, η είσοδος νέων προσώπων στο Υπουργικό Συμβούλιο αναμένεται να έχει έντονο προεκλογικό χαρακτήρα. Βασικό κριτήριο θα είναι η δυνατότητα των νέων στελεχών να ενισχύσουν τη Νέα Δημοκρατία στις εκλογικές τους περιφέρειες, να ενεργοποιήσουν την κομματική βάση και να μεταφέρουν με αποτελεσματικό τρόπο το κυβερνητικό μήνυμα στις τοπικές κοινωνίες. Ο βασικός κυβερνητικός σχεδιασμός, πάντως, δεν φαίνεται να βρίσκεται υπό αμφισβήτηση, καθώς οι κεντρικοί άξονες πολιτικής έχουν ήδη χαραχθεί, τα υπουργεία έχουν συγκεκριμένες προτεραιότητες και τα χρονοδιαγράμματα για την υλοποίηση των δεσμεύσεων είναι σε μεγάλο βαθμό καθορισμένα.

Μια εκτεταμένη αναδιάρθρωση θα μπορούσε, άλλωστε, να προκαλέσει καθυστερήσεις, καθώς κάθε νέα αλλαγή προσώπων συνεπάγεται περίοδο προσαρμογής και εξοικείωσης με τα νέα χαρτοφυλάκια. Επομένως, εάν δεν υπάρξει κάποια απρόβλεπτη εξέλιξη που θα απαιτήσει διορθωτικές κινήσεις από τον πρωθυπουργό, ο επόμενος ανασχηματισμός αναμένεται να έχει περισσότερο στοχευμένο χαρακτήρα. Αντίστοιχη ανάγκη θα μπορούσε να προκύψει από μια πολιτική ή θεσμική εξέλιξη που θα επέβαλλε αλλαγές, όπως συνέβη στην περίπτωση των δικαστικών εξελίξεων γύρω από την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, η οποία είχε πολιτικές συνέπειες και οδήγησε στην απομάκρυνση συγκεκριμένων κυβερνητικών στελεχών. Με αυτά τα δεδομένα, το βάρος των αποφάσεων αναμένεται να πέσει περισσότερο στην επιλογή προσώπων παρά σε μια συνολική αλλαγή της κυβερνητικής δομής.

Τα εκλογικά κριτήρια και οι υφυπουργοί

Στο επίκεντρο ενός τέτοιου σχεδιασμού θα μπορούσαν να βρεθούν βουλευτές με έντονη παρουσία στις περιφέρειές τους, ισχυρούς δεσμούς με κοινωνικούς και επαγγελματικούς φορείς, αλλά και διαρκή επαφή με την κομματική βάση. Η γεωγραφική προέλευση κάθε προσώπου αναμένεται να αποτελέσει έναν ακόμη παράγοντα που θα συνυπολογιστεί. Στο κυβερνητικό επιτελείο γνωρίζουν ότι η εκλογική αναμέτρηση δεν θα κριθεί αποκλειστικά σε κεντρικό επίπεδο, αλλά και μέσα από επιμέρους μάχες σε νομούς όπου η Νέα Δημοκρατία θα επιδιώξει είτε να περιορίσει απώλειες είτε να ενισχύσει τα ποσοστά της. Για τον λόγο αυτό, πρόσωπα που διαθέτουν ισχυρή τοπική επιρροή μπορεί να αποκτήσουν αυξημένες πιθανότητες συμμετοχής στην κυβέρνηση.

Το μεγαλύτερο περιθώριο για τέτοιες κινήσεις φαίνεται να υπάρχει στις θέσεις των υφυπουργών. Μέσω αυτών των χαρτοφυλακίων, ο πρωθυπουργός θα μπορούσε να εντάξει στο κυβερνητικό σχήμα περισσότερους κοινοβουλευτικούς, να ενισχύσει την εκπροσώπηση συγκεκριμένων περιοχών και ταυτόχρονα να δώσει σε περισσότερα στελέχη ενεργό ρόλο ενόψει της προεκλογικής περιόδου, χωρίς να προκαλέσει σοβαρές αναταράξεις στη λειτουργία των βασικών υπουργείων. Ένας υφυπουργός με ισχυρές αναφορές σε μια συγκεκριμένη περιφέρεια μπορεί να λειτουργήσει ως σύνδεσμος με την τοπική κοινωνία, παρουσιάζοντας τα έργα της κυβέρνησης, συνομιλώντας με παραγωγικούς φορείς και μεταφέροντας στην Αθήνα τα προβλήματα και τις ανάγκες κάθε περιοχής.

Το προηγούμενο του Ιουνίου και η μάχη στην περιφέρεια

Οι περιορισμένες αλλαγές που πραγματοποιήθηκαν τον Ιούνιο έδωσαν ήδη μια πρώτη εικόνα αυτής της λογικής. Ο Γιώργος Κώτσηρας ανέλαβε τη θέση του αναπληρωτή υπουργού Μεταφορών, ο Δημήτρης Μαρκόπουλος το χαρτοφυλάκιο της Φορολογικής Πολιτικής, ο Τάσος Χατζηβασιλείου τις Ευρωπαϊκές Υποθέσεις και η Μαριλένα Σούκουλη έγινε υφυπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας. Πρόκειται για στελέχη με κοινοβουλευτική εμπειρία και συγκεκριμένες αναφορές στις εκλογικές τους περιφέρειες, από τη Δυτική Αττική και τη Β’ Πειραιά έως τις Σέρρες και την Κορινθία. Η συγκεκριμένη σύνθεση διεύρυνε την περιφερειακή εκπροσώπηση, χωρίς παράλληλα να μεταβάλει τον βασικό κορμό της κυβέρνησης.

Το ίδιο στίγμα φαίνεται να αποτυπώνεται και στις οδηγίες που έχουν δοθεί στα κυβερνητικά στελέχη για την επόμενη περίοδο. Οι υπουργοί καλούνται να γνωρίζουν σε βάθος το σύνολο του κυβερνητικού έργου, να υπερασπίζονται τις πολιτικές επιλογές της κυβέρνησης και να έχουν πιο έντονη παρουσία στα περιφερειακά μέσα ενημέρωσης. Παράλληλα, δίνεται έμφαση στην ανάδειξη έργων και παρεμβάσεων που έχουν ολοκληρωθεί ή βρίσκονται κοντά στην παράδοση. Η λογική που διαμορφώνεται είναι ότι η προεκλογική μάχη δεν θα περιοριστεί στην Αθήνα και στα τηλεοπτικά πάνελ, αλλά θα μεταφερθεί στις πόλεις, στους νομούς και στις τοπικές κοινωνίες, όπου οι κυβερνητικές εξαγγελίες θα συγκριθούν με τις πραγματικές ανάγκες των πολιτών.

Ο χρόνος του ανασχηματισμού και οι εσωκομματικές ισορροπίες

Το πότε θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί ένας νέος ανασχηματισμός αποτελεί, πάντως, έναν ακόμη παράγοντα που θα πρέπει να σταθμίσει το Μαξίμου. Μια πολύ πρόωρη αλλαγή, για παράδειγμα αμέσως μετά τη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης, θα μπορούσε να έχει περιορισμένη διάρκεια ως προς την πολιτική της δυναμική, καθώς θα μεσολαβούσε μεγάλο διάστημα μέχρι τις εκλογές της άνοιξης του 2027. Από την άλλη πλευρά, μια αλλαγή που θα πραγματοποιούνταν πολύ κοντά στις κάλπες θα άφηνε ελάχιστο χρόνο στα νέα πρόσωπα να παρουσιάσουν έργο, να αποκτήσουν αναγνωρισιμότητα και να δημιουργήσουν ισχυρή παρουσία στις περιφέρειές τους. Έτσι, οι δημοσκοπήσεις, η αποτίμηση των μηνυμάτων της ΔΕΘ και η πορεία υλοποίησης των κυβερνητικών δεσμεύσεων αναμένεται να συνυπολογιστούν πριν από οποιαδήποτε τελική απόφαση.

Παράλληλα, υπάρχει και η παράμετρος των εσωκομματικών ισορροπιών. Κάθε υπουργοποίηση δημιουργεί προσδοκίες σε αρκετούς βουλευτές, αλλά ταυτόχρονα μπορεί να προκαλέσει δυσαρέσκεια σε εκείνους που θα παραμείνουν εκτός κυβερνητικού σχήματος. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα πρέπει, επομένως, να επιτύχει μια ισορροπία ανάμεσα στην ανάγκη για μεγαλύτερη κοινοβουλευτική και γεωγραφική εκπροσώπηση και στην αποφυγή της εικόνας ότι οι κυβερνητικές θέσεις χρησιμοποιούνται ως προεκλογικές ανταμοιβές. Οι επιλογές θα πρέπει να μπορούν να στηριχθούν στην εμπειρία, την αποτελεσματικότητα και την πολιτική χρησιμότητα κάθε στελέχους, ώστε η κίνηση να ενισχύσει και όχι να επιβαρύνει την κυβέρνηση.

Τα πρώην κυβερνητικά στελέχη που βρίσκονται ξανά στο κάδρο

Την ίδια ώρα, στο τραπέζι βρίσκεται και το ενδεχόμενο επιστροφής τριών πρώην κυβερνητικών στελεχών, εφόσον επιβεβαιωθεί ότι οι υποθέσεις που τα αφορούσαν σε σχέση με τον ΟΠΕΚΕΠΕ έχουν αρχειοθετηθεί. Πρόκειται για τον Γιάννη Κεφαλογιάννη, ο οποίος είχε αποχωρήσει από το υπουργείο Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας, τον πρώην υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης Κώστα Τσιάρα, καθώς και τον Δημήτρη Βαρτζόπουλο. Στην περίπτωση του τελευταίου, υπενθυμίζεται ότι η θέση του υφυπουργού Υγείας παραμένει μέχρι σήμερα κενή. Οι συγκεκριμένες περιπτώσεις αναμένεται να αξιολογηθούν μαζί με το σύνολο των πιθανών αλλαγών, σε έναν σχεδιασμό όπου το εκλογικό αποτύπωμα, οι εσωκομματικές ισορροπίες και η αποτελεσματικότητα των προσώπων θα αποτελέσουν βασικά κριτήρια για τις τελικές αποφάσεις.